7 MIN
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ο ΤΑΤΖΙΖ ΚΕ ΤΖΑΖ Ο ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΜΑΡΑΦΕΤΙ

«Πιο γλυκά δε θα μπορούσε να ξημερώνει αυτή η μέρα», σκέφτηκε ο Τατζίζ κε Τζαζ, ξύνοντας τα ανακατεμένα του μαλλιά. «Αχ λες και έχει βάλει το χεράκι της η χρυσοχέρα Δεπάστα», αναστέναξε νοσταλγικά, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν.

Απ’ το παγκάκι που καθόταν έβλεπε έναν όμορφο πλακόστρωτο δρόμο που ήταν λες και οδηγούσε βαθιά στην Ιστορία, ενώ τα λιγοστά αγουροξυπνημένα πουλάκια φτερούγιζαν πάνω από έναν ρηχό νερόλακκο. Αν και το φως δεν είχε πάρει τη θέση του πάνω στον ουρανό, κάποιοι άνθρωποι είχαν αρχίσει να εμφανίζονται τριγύρω. Δεν ήταν ξεκάθαρο αν έφευγαν ή αν έρχονταν, όμως απ’ τις φάτσες και το περπάτημα δεν έδειχναν πως είχαν διάθεση για κουβέντα, πόσο μάλλον για ερωτήσεις και εξωπραγματικές επεξηγήσεις. Ο Τατζίζ κε Τζαζ άλλωστε, δεν ήταν και πολύ συνηθισμένος στους διαλόγους και στις αναλύσεις. Βουτηγμένος στην τεχνολογία και στις περίεργες εφευρέσεις δημιουργούσε μοναδικά μαραφέτια, που  μοιραζόταν με τους ανθρώπους μέσω των Χριστουγέννων. Ό,τι παράξενο θα μπορούσε να κατασκευαστεί μέσω της τεχνολογίας  ξεκινούσε από αυτόν και ύστερα εντελώς μαγικά, έπεφτε στη γη σαν παραγινωμένο ρόδι. Τα μαλλιά του έμοιαζαν μονίμως λες κι είχε βγει από τσακωμό, ενώ τα λαμπάκια και τα καλώδια αποτελούσαν σταθερό αξεσουάρ της κίτρινης φόρμας εργασίας του. Μόνο το ριγέ του μπλουζάκι άφηνε μια μικρή υπόνοια πως πρόκειται για πλάσμα των Χριστουγέννων, όμως κι αυτό, χανόταν αρμονικά μες τη μονότονη ροή της πόλης. Όσο πέρναγε η ώρα, όλο και πιο πολλοί άνθρωποι εμφανίζονταν μέσα από ένα μεταλλικό σκουληκάκι που πέρναγε κάθε λίγο και λιγάκι κάτω στη γη. Κάποιοι άνοιγαν τα κοντινά μαγαζιά, ενώ άλλοι βάδιζαν βιαστικά προς τον ασφάλτινο δρόμο. Μόνο ένας με ένα καροτσάκι γεμάτο κουλούρια δεν βιαζόταν και μοίραζε με κάποιο αντάλλαγμα ζεστό πρωινό στους υπόλοιπους. «Πολύ σκυθρωποί είναι αυτοί οι άνθρωποι» μονολόγησε ο Τατζίζ κε Τζαζ «τόσο ωραία πόλη και κανείς τους δεν κοντοστέκεται λίγο να την χαζέψει» συνέχισε να λέει καθώς σηκωνόταν απ’ το παγκάκι «θα πάω να μιλήσω σ’ αυτόν τον καλό κύριο, μη με ακολουθήσετε και τον τρομάξετε» είπε στα πουλάκια που κοίταγαν με απορία τον παράξενο νεαρό. «Καλά Χριστούγεννα καλέ μου κύριε. Είμαι ο Τατζίζ κε Τζαζ ο Ηλεκτρόνιος, μήπως ξέρετε που βρίσκομαι;» ρώτησε με κάμποση αμηχανία ο Ηλεκτρόνιος. Ο κύριος με την πεταχτή κοιλιά τον κοίταξε αυστηρά και πλησίασε το κεφάλι του προς τον Τατζίζ κε Τζαζ «μου κάνεις πλάκα νεαρέ; Τα Χριστούγεννα είναι πολύ μακριά κι αν δεν ξέρεις πως εδώ είναι το Θησείο, τότε μάλλον έρχεσαι από άλλη χώρα. Θα πάρεις κουλούρι; Είναι ζεστό» του είπε ο κουλουράς εξακολουθώντας να τον κοιτάει ασκαρδαμυκτί. «Το Θησείο ε; Και τι θυσιάζεται παρακαλώ;» συνέχισε να ρωτάει με αφέλεια. «Αν ήρθες για να σπάσεις πλάκα μικρέ, καλύτερα να φύγεις. Δεν έχω όρεξη για αστεία» είπε θυμωμένα. «Μα γιατί κύριε, τα αστεία έχουν πλάκα. Άλλα εγώ δε σας κάνω πλάκα. Αλήθεια. Ξέρετε δεν είμαι από εδώ. Είμαι ένας απ’ τους πέντε βοηθούς του Άγιου Βασίλη, και πέσαμε εδώ από βλάβη στο έλκηθρο. Αλλού πηγαίναμε, για να φτιάξουμε τα Χριστούγεννα των ανθρώπων. Βλέπετε έχουμε εργοστάσιο Χριστουγέννων στον πολικό αστέρα, όμως τώρα θα πρέπει να τα φτιάξουμε εδώ, αλλιώς ο κόσμος θα μείνει χωρίς Χριστούγεννα» του είπε με ενθουσιασμό ο Τατζίζ θέλοντας να του εξηγήσει. Ο κουλουράς δε φαινόταν να πιστεύει τα λόγια του Ηλεκτρόνιου και ζάρωνε τα πυκνά του φρύδια σαν αγριεμένος σκίουρος. Εκείνη τη στιγμή σταμάτησε δίπλα στον κουλουρά ένας οδοκαθαριστής με το αυτοσχέδιο σκουπιδοκαρότσι του και τις σκουποτζουγκράνες του «Καλημέρα Ιάκωβε, δώσε μου δυο κουλούρια ξεροψημένα». «Έφτασε» έκανε ο κουλουράς «Ορίστε κυρ-Αντώνη ζεστά, ζεστά. Τι έχει σήμερα το πρόγραμμα;» ρώτησε τον οδοκαθαριστή ξεχνώντας για λίγο τον παράξενο νεαρό και την ιστορία του. «Πάλι χάλια είναι η Ηφαίστου Ιάκωβε. Ο κόσμος δεν προσέχει καθόλου κι έχω κουραστεί πολύ να τους καθαρίζω» είπε ο γεράκος κι έκανε να φύγει. Ο Τατζίζ πετάχτηκε βλέποντας τον κυρ-Αντώνη να φεύγει. «Συγνώμη κύριε. Είμαι ο Τατζίζ κε Τζαζ ο Ηλεκτρόνιος, βοηθός του Άγιου Βασίλη κι αν θέλετε μπορώ να σας βοηθήσω με τον καθαρισμό» του είπε με συμπόνια. «Ποιος είσαι; Βοηθός του Άγιου Βασίλη;» ρώτησε ο οδοκαθαριστής. «Ναι και πέσαμε με το έλκηθρο από βλάβη» συνέχισε ο Τατζίζ «ο ίδιος ο Άγιος Βασίλης μας έστειλε ένα μήνυμα και μας φωνάζει όλους στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, για να στήσουμε εκεί το εργοστάσιο Χριστουγέννων και να κατασκευάσουμε Χριστούγεννα για όλον τον κόσμο από εκείνο το μέρος. Αλλά δεν ξέρω πώς θα πάω. Θα μου πείτε αν σας βοηθήσω;» ρώτησε χαρούμενος. Ο κουλουράς που άκουγε την κουβέντα σχολίασε στον οδοκαθαριστή «Αυτές τις τρέλες μου λέει κι εμένα τόση ώρα κυρ-Αντώνη μου, αλλά δεν του τις έχω βρέξει ακόμα, για αυτό συνεχίζει» είπε περιπαιχτικά, καθώς έφτιαχνε ένα πυργάκι με τα κουλούρια του. Ο Τατζίζ δεν κατάλαβε γιατί ο κουλουράς ήθελε ντε και καλά να βρέξει μια τόσο όμορφη μέρα, ίσως να έχει φυτέψει γκαζόν σκέφτηκε και δεν έδωσε συνέχεια. Το μόνο σίγουρο ήταν πως ακόμα δεν είχε πάρει την πληροφορία για το πώς θα έφτανε στο Γκάζι. «Συγνώμη, μήπως να μου λέγατε πώς θα φτάσω στην Τεχνόπολη; Δε μπορούν να δημιουργηθούν Χριστούγεννα αν δεν είμαστε όλοι εκεί» συνέχισε να επιμένει ανασηκώνοντας την κίτρινη φόρμα του. «Α! εσύ δεν έχεις κανένα όριο» είπε με θυμό ο κουλουράς «σταμάτα με τις ανοησίες σου και φύγε από εδώ». Ο Τατζίζ τρόμαξε και πλησίασε προς τον κυρ-Αντώνη τον οδοκαθαριστή «αν όλοι Ιάκωβε είχαν λίγο από αυτή την τρέλα που λες κι αντί να λένε άλλες ανοησίες έλεγαν αυτές, ο κόσμος μας θα ήταν πιο χαρούμενος κι όλοι θα ξύπναγαν με χαρά σ’ αυτή την πόλη. Πίστεψπε κρατώντας τον Ηεγαντί να λένειουέ με» του είπε κρατώντας τον Ηλεκτρόνιο «έλα εδώ μικρέ. Βλέπεις αυτόν τον πεζόδρομο; Είναι η οδός Ερμού. Όλο ευθεία αν κατηφορίσεις, θα βρεθείς δίπλα στον Άγιο Βασίλη σου». Έτσι του είπε με ζεστή φωνή ο κυρ-Αντώνης κι ο Ηλεκτρόνιος απάντησε «Σας ευχαριστώ. Είστε πολύ καλός κύριος» και του έδωσε ένα κυλινδρικό μαραφέτι που έμοιαζε με φακό κι ένα ζευγάρι μαύρα στρογγυλά γυαλιά. «Αυτό είναι για σας κύριε. Αποκαθιστά την τάξη και την ομορφιά. Είναι το δώρο και η βοήθειά μου για σας» και κατηφόρισε τρέχοντας προς το Γκάζι. Σίγουρα ο κυρ-Αντώνης δεν τον είχε πιστέψει, όμως είχε δώσει στη μαγεία μια μικρή ευκαιρία. Κι αν όσα έλεγε ήταν αλήθεια. Πώς θα μπορούσε ένας φτωχός οδοκαθαριστής να αφήσει τον κόσμο χωρίς Χριστούγεννα. Δε θα άντεχε να πάρει αυτή την ευθύνη. Άσε που θα ‘χε να το λέει στις εγγόνες του, πως ένα πρωί στο Θησείο, ο ίδιος ο κυρ-Αντώνης είχε βάλει το χεράκι του, για να φτιαχτούν τα φετινά Χριστούγεννα. «Δε βαριέσαι Ιάκωβε» είπε ο κυρ-Αντώνης «καλύτερα να πιστεύεις στη μαγεία παρά να την αγνοείς εντελώς δε νομίζεις;» και συνέχισε να περιεργάζεται το δώρο του Τατζίζ. «Χαζομάρες, όποιος πιστεύει σε αυτά, είναι αργόσχολος και τεμπέλης κυρ-Αντώνη» απάντησε ο κουλουράς. «Λες ε;» αναρωτήθηκε ο γεράκος κρατώντας το παράξενο φακουδάκι. «Τι λες να κάνει αυτό το κουμπί;» ρώτησε φωναχτά ο κυρ-Αντώνης σημαδεύοντας τον γκρινιάρη Ιάκωβο. «Που να ξέρω, πάτα το να δούμε». Ο κυρ-Αντώνης πάτησε γεμάτος περιέργεια το κόκκινο κουμπί. Αμέσως βγήκε από μπροστά του μια εκθαμβωτική κι αστραπιαία λάμψη που θα μπορούσε να τυφλώσει και ελέφαντα στα δέκα μέτρα. Άστραψε τόσο γρήγορα που ούτε οι περαστικοί δεν πρόλαβαν να αντιληφθούν τι είχε συμβεί. Όταν το φως εξαφανίστηκε ο κυρ-Αντώνης έτριψε τα μάτια του και κοίταξε μπροστά, καταλαβαίνοντας γιατί ο μικρός του είχε δώσει και τα μαύρα γυαλιά. «Ιάκωβε, Ιάκωβε που είσαι;» φώναζε, άλλα πουθενά. Ο μουρτζούφλης κουλουράς είχε εξαφανιστεί εντελώς από τη γύρω περιοχή λες και κάποιος τον είχε σβήσει απ’ το τοπίο.

Τότε ο κυρ-Αντώνης χαμογέλασε πονηρά χαζεύοντας το μαγικό μαραφέτι. «Αποκαθιστά την τάξη και την ομορφιά... μαγικό» μονολόγησε και ξεκίνησε χαρούμενος να καθαρίζει με το καινούργιο του εξάρτημα την οδό Ηφαίστου και όσους ανθρώπους είχαν πάψει να πιστεύουν πως η μαγεία και τα Χριστούγεννα είναι τελικά στο χέρι μας!

Γιώργος Λεμπέσης Εκ μέρους του The Christmas Factory

Διαβάστε όλη την ιστορία εδώ.