5 MIN
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ. ΕΛΛΑΔΑ.

Ανεμελιά. Ελληνικό καλοκαίρι στο Μύλο του Κόκκινου. Μύκονος, δεκαετία ’50. V. Papaioannou – Φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

Και ο Θεός δημιούργησε την ψυχή, πλάθοντάς την με ομορφιά. Της έδωσε την απαλότητα της πρωινής αύρας, το άρωμα των λουλουδιών, την ομορφιά του σεληνόφωτος.” Χαλίλ Γκιμπράν.

Και της έδωσε και τις λέξεις, τα χρώματα, τη φαντασία και την αγάπη να τα ερμηνεύσει και να τα αποτυπώσει. Την τέχνη, τη θάλασσα και την Ελλάδα… θα προσέθετε κάποιος στα λόγια του Χαλίλ Γκριμπράν.Προσμένοντας εκείνα τα καλοκαιρινά όνειρα που μυρίζουν γιασεμί, γλυκό υποβρύχιο, αλάτι, θάλασσα και αγάπη, ανακαλύπτω το φωτογραφικό άλμπουμ «Το ελληνικό καλοκαίρι - Ανακαλύπτοντας το καλοκαίρι μέσα από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη». Φωτογραφίες που αποτυπώνουν μέσα από το φακό, με γνησιότητα και βάθος, τη βιωματική εμπειρία του να είσαι Έλληνας. Αποτυπώνουν στιγμές και μνήμες με τη νοσταλγία της παλιάς «ασπρόμαυρης» φωτογραφίας των παππούδων μας. Και το Μουσείο Μπενάκη μας κάνει δώρο αυτό το συναισθηματικό σουβενίρ που δε μπορεί να χωρέσει σε μία ταξιδιωτική βαλίτσα: εξιστορεί τη μικρή Ελλάδα που έχει ο καθένας μέσα του. Γιατί ξέρει πως μερικές αγάπες κρατάνε για πάντα... Εικόνες που μετρούν το ρυθμό και την ανάσα της θάλασσας και τα καλοκαίρια μας, που ζωγραφίζουν το φως της ημέρας μέχρι το βράδυ, που μυρίζουν ελληνικό καφέ σε χόβολη και γεύσεις της γιαγιάς, ανθόνερο, ζάχαρη και μέλι και γλυκό τριαντάφυλλο, φτιαγμένο με ρόδα και με αγάπη από κάποιο μπαξέ του Ιονίου. Εικόνες με τα ροζιασμένα χέρια κάποιου ψαρά στη Σύμη και τις φωνές των παιδιών που τρέχουν στο πιο όμορφο λιμανάκι του κόσμου, στο Γάιο των Παξών. Εικόνες που ηχούν την πρώτη μωρουδίστικη μελωδία της Ελληνίδας μάνας: «Κοιμήσου γιε μου πρωτογιέ και γιε μου κανακάρη»... Και εικόνες που είσαι εσύ. Γιατί είσαι εσύ που μετράς τις μέρες σου σε ηλιοβασιλέματα σε κάποιο βράχο δίπλα στη Σαντορίνη, και είσαι εσύ που όλους τους φωνάζεις με το μικρό τους όνομα και με πολλά πολλά παρατσούκλια, και είσαι εσύ που όλοι σε ξέρουν με το μικρό σου όνομα, που από μικρός κάνεις πάντα «Πάσχα στο χωριό», που κάθε Δεκαπενταύγουστο προσκυνάς ευλαβικά στην εκκλησιά, που είσαι μελαχρινός με μέτριο ανάστημα και κατάμαυρα μάτια, που ξέρεις να κολυμπάς από πολύ μικρός και τρως πεταλίδες και αχινούς ωμούς, και βοηθάς τη γιαγιά και τον παππού κάθε Αύγουστο στον τρύγο. Και γιατί η γιαγιά Καλλιστώ με το όμορφο όνομα και το μαντήλι στα μαλλιά, που κάθεται στο πεζούλι του κάτασπρου χαμηλοτάβανου σπιτιού της στη Χώρα, που φιλεύει κάθε περαστικό τα καλούδια της ακόμα κι αν δεν τον ξέρει, ακόμα κι αν δεν τον δει ποτέ ξανά, μπορεί να είναι η δική σου γιαγιά. Πάρος, 1960. Φωτ. Ζαχαρίας Στέλλας, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη Και για τις φορές που αναρωτιέσαι πόσες ευχές θα κάναμε για μία θάλασσα σαν κι αυτή.... Και για μερικές ακόμα που θα σκέφτεσαι αν μπορεί ένα μικρό νησάκι στη μέση του Αιγαίου να θεραπεύσει την ψυχή σου. Για εκείνη τη μικρή κουκκίδα στο χάρτη που έχετε ανταλλάξει τα ονόματά σας στα όνειρά σου και εύχεσαι να κολυμπήσεις κάποιο καλοκαίρι στη θάλασσά της... Πάρος, 1971. Φωτ. Ζαχαρίας Στέλλας, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Βουτιές στο καλοκαίρι με νεροκολοκύθες για σωσίβιο. Αναζητώντας το καλοκαίρι μέσα από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη: Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη. Και ο μύθος της Ελληνίδας γιαγιάς, η ελληνική οικογένεια και η ιερή φιλοξενία, ο Ζορμπάς, ο ελληνικός ντάκος και το παρθένο ελαιόλαδο, μια σταγόνα Αιγαίο, μερικά βότσαλα της Ιθάκης και ένα κομπολόι που σου χάρισε ο παππούς σου, ο πρωινός ελληνικός καφές κάτω από τον παχύ ίσκιο της μουριάς με φόντο τη γέρικη ελιά και τα κρύσταλλα του Λιβυκού, ο Οδυσσέας και ο Όμηρος, η Τροία και η Ιλιάδα, ο Σεφέρης και ο Καβάφης, το λαούτο και το ούτι, το χρυσάφισμα της ελιάς κάτω από τη διαύγεια του ελληνικού ήλιου και οι ταινίες της Φίνος Φιλμς. Μύκονος, 1950-55, Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Ο κεραμοποιός στο Μοναστηράκι, ο παππούλης που μαθαίνει στο εγγόνι να σκαλίζει ξύλινα καραβάκια σε κάποιο καλντερίμι κυκλαδίτικης χώρας, η ελληνική μουσική με ψυχή, ο μπάλος και το συρτάκι, το φασκόμηλο με κρίθινο παξιμάδι για βραδινό της γιαγιάς Μαριγώς, οι μυρωδιές χρυσάνθεμου, αγιοκλήματος και μενεξέ στον κήπο της γιαγιάς Αντιγόνης, η ερωτική μελαγχολία του φθινοπώρου και τα φύλλα που θροΐζουν ρυθμικά με τις πρώτες βροχές του Σεπτέμβρη, η αγκαλιά της γιαγιάς Αφροδίτης και η ευχή της μάνας στο γιο. Αθήνα 1940, Φωτ.Βούλα Παπαϊώάννου. Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Αρχείο Κώστα Μεγαλοκονόμου,1961 – Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Όλη η Ελλάδα σε ένα μαγιάτικο μπουκέτο... Η ελληνική ναυτοσύνη και το αμετάφραστο σε άλλες γλώσσες «μεράκι» και «φιλότιμο», το καφενείο παρέα με τους ήχους από τα ζάρια και τα κομπολόγια των γερόντων. Ένα σφηνάκι παγωμένης μαστίχας Χίου και οι γεύσεις του χωριού και των ανθρώπων του. Μία ρακή το απομεσήμερο σ’ ένα ήρεμο ακρογιάλι, οι ανεπανάληπτες αποχρώσεις του μπλε της θάλασσας, οι σφουγγαράδες της Καλύμνου και το ελληνικό μας «όπα». Κάλυμνος, 1950. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Κάποιες αγάπες κρατάνε για πάντα. Ελλάδα. Μύκονος 1955, Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Θα υπάρχει άραγε ποτέ πιο όμορφο αίσθημα από το να είσαι παιδί σε ελληνικό νησί; Ψάχνοντας για κύματα, ρυθμούς, ανάσες της θάλασσας και κοχύλια.. Για όλα αυτά τα πανάρχαια μυστικά που άντεξαν στο χρόνο και στην καρδιά της Ελλάδας. Οία Σαντορίνης, 1950-55, Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου, Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη.

Άρθρο από Αλεξία Χαρούπα Savoir Ville

Διαβάστε όλο το άρθρο εδώ